|
|
|
|
Τον Φεβρουάριο του 1926 μερικοί οδοντίατροι του Πειραιά συγκεντρώθηκαν στο σπίτι του συναδέλφου τους Ιωάννη Γκαβανόζη και απεφάσισαν τη σύσταση μιας Ένωσης όλων των οδοντιάτρων του Πειραιά. Οι οδοντίατροι αυτοί ήταν: Μηνάς Τζωρτζόπουλος, Ιωάννης Γκαβανόζης, Εμμανουήλ Βρυσανάκης, Γεώργιος Μπόνης, Ιωάννης Κοφτερός, Σεβαστιανός Κασιμάτης, Λουκάς Σαπερόπουλος, Οκτάβιος Πικαρέλλι και Έλλη Δράκου. Η απόφαση ελήφθη στο σπίτι του Ιωάννη Γκαβανόζη. Συνέταξαν το καταστατικό της Ένωσης, το οποίο ενεκρίθη από το πρωτοδικείο Πειραιά με την ονομασία «ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ» και με σκοπό την «Δια της κοινής συνεργασίας μελέτη και εφαρμογή των μέσων της επιστήμης και η προστασία των μελών αυτής». Στην Ένωση γράφτηκαν άπαντες οι οδοντίατροι του Πειραιά, 48 τον αριθμό. Στις αρχαιρεσίες που ακολούθησαν, εξελέγη το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο ως εξής:
Το 1931 με νόμο του κράτους ιδρύθηκαν οι Ιατρικοί και Οδοντιατρικοί Σύλλογοι οπότε και ιδρύθηκε ο Οδοντιατρικός Σύλλογος Πειραιά και κατόπιν αρχαιρεσιών το πρώτο Δ.Σ. απετέλεσαν οι:
Οι συνεδριάσεις του Δ.Σ. γίνονταν στα ιατρεία ή στα σπίτια των μελών ή στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου ή σε αίθουσα του Τζανείου Νοσοκομείου. Κατόπιν ενοικιάσθηκε γραφείο σε μια μονοκατοικία επί της οδού Αγ.Κων/νου. Η έλλειψη στέγης συνεχίσθηκε επί πολλά χρόνια να αποτελεί πρόβλημα. Μετά από προσπάθειες ετών και με την οικονομική εισφορά των μελών του Δ.Σ. και άλλων συναδέλφων αποκτήθηκαν τα γραφεία του συλλόγου. Η αγορά έγινε με προσύμφωνο το 1964 επί προεδρείας Ψαρρού και εξοφλήθηκε το 1968 επί προεδρείας Βασίλη Τζωρτζόπουλου, οπότε τα γραφεία περιήλθαν στην κυριότητα του Συλλόγου.
ΣΗΜΕΡΑΟ Σύλλογος είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου και αποτελεί πρωτοβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο. Είναι ο τρίτος σε δύναμη οδοντιατρικός σύλλογος στη χώρα μετά από τον Οδοντιατρικό Σύλλογο Αττικής και τον Οδοντιατρικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης και απαριθμεί περίπου 1.150 μέλη. Στη δύναμη του συλλόγου περιλαμβάνονται γεωγραφικά οι εξής Δήμοι: απαρτίζουν και οι 52 σύλλογοι της χώρας και είναι δευτεροβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο.
|